Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ο επικεφαλής των Ελλήνων βατραχανθρώπων στα Ίμια αφηγείται: «Όλοι κλαίγαμε με τη σημαία – Οι διαταγές ήταν να εξοντώσουμε όσους περισσότερους μπορούσαμε κερδίζοντας χρόνο».


Ιανουαρίου 29, 2011 — Λουκάς



Δεκαπέντε (ΕΙΚΟΣΙ) χρόνια συμπληρώθη­καν, από την αποφράδα εκείνη νύ­χτα του Ιανουαρίου του 1996. Τη νύχτα, που τρεις γενναίοι άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού έδωσαν τις ζωέςτους, για την πατρίδα που σερνόταν στην κρίση των Ιμίων.

Την κρίση, που έδωσε αφορμή στην Τουρκία, να θέσει το ζήτημα των «Γκρίζων Ζωνών» στο Αιγαίο, αμφισβητώντας την κυριαρχία της Ελλάδας σε αρκετά νησιά.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, μαθαίνουμε ότι, αν και ο κ. Σημίτης ευχαριστούσε (γιατί;) τους Αμερικάνους αν και ο κ. Πάγκαλος πρότεινε να πουν, ότι τη σημαία την πήρε ο… αέρας στα Ίμια, υπήρχαν πάνω στις βραχονησίδες πραγματικοί Έλληνες και πραγματικοί άνδρες που ήταν έτοι­μοι να δώσουν τη ζωή τους.


Δεν ήταν διατεθει­μένοι να διαπραγματευτούν με σκυμμένο το κε­φάλι σαν τους ραγιάδες, ούτε να πουν ψέμματα σε όλο το λαό για «τα ξερονήσια με τα κατσίκια», όπως τα έλεγε τότε ο Κλίντον.
Πριν περάσουμε στη συγκλονιστική περι­γραφή της κρίσης των Ιμίων από τα χείλη του υποπλοιάρχου των ΟΥΚ Θεόδωρου Μούση, αισθανόμαστε κι εμείς ότι πρέπει να επαναλάβουμε τα ονόματα των τριών Ελλήνων, που έπεφταν νεκροί όταν έπεφτε το ελικόπτερο τους, την ίδια ώρα που ανέβαιναν στα Ίμια δέκα Τούρκοι κομάντος: Χριστόδουλος Καραθανάσης, Παναγιώτης Βλαχάκος, Έκτορας Γιαλοψός. Παρόντες…
Ξέραμε πως θα πεθάνουμε.
«Στις επτά και μισή, πήραμε διαταγή να μα­ζέψουμε ια πράγματα και να πάρουμε το σύμ­βολο μαζί μας», περιγράφει ο Θεόδωρος Μούσης, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής των ανδρών, των βατραχανθρώπων που βρίσκονταν επάνω στο πετρώδες, ξερό έδαφος της βραχονησίδας ακάλυπτοι, σαν πρόβατα επί σφαγήν. «Πήγαμε εκεί ξέροντας ότι θα πεθαίναμε στην περίπτωση εμπλοκής. Αυτές ήταν οι διαταγές. Στόχος μας; Να εξοντώσουμε όσους περισσότερους μπορούσαμε κερδίζοντας χρόνο. Γι’ αυτό και ο εξοπλισμός μας ήταν υπερσύγχρονος», προ­σθέτει ο επικεφαλής των Ελλήνων βατραχαν­θρώπων. Η ΟΥΚ είχε εντολή να εγκατασταθεί εκεί ώστε να ελέγχει τις κινήσεις των Τούρκων βατραχανθρώπων, που αποβιβάστηκαν στη βρα­χονησίδα, ενώ παρακολουθούσε τη τουρκική φρεγάτα τύπου «Μέκο», η οποία προσέγγιζε τη δυτική ‘Ιμια.
«Να μην κατεβάσουμε τη σημαία, είπαν κάποια από τα παιδιά. Όλοι κλαίγαμε. Ο ένας κράταγε τον άλλον. Με βαριά καρδιά, λίγο πριν αποχωρήσουμε έδωσα παράγγελμα: «Πρ­οσοχή». Είπαμε τον εθνικό ύμνο και στις 8.30 πή­ραμε τη σημαία και φύγαμε».
Τα λόγια του Θ. Μούση είναι απόδειξη ότι όλοι ήιαν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τα χειρότερα, να ρισκάρουν, να σκοτώσουν, αλλά και να θυσιαστούν για την πατρίδα, όπως τα τρία μέ­λη του πληρώμαιος του ελικόπτερου του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, που πέταγε εκείνη την ώρα πάνω από τα Ίμια.
Αυτή, είναι η μια πλευρά. Η άλλη καταγρά­φεται γλαφυρά μέσα από το βιβλίο, που έγρα­φαν οι δημοσιογράφοι ΑΘ. ‘Ελλις και Μ. Ιγνατίου, για την κρίση των Ιμίων. «Να φύγουμε από τα Ίμια και να τερματιστεί η κρίση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ξαναγυρίσουμε στα Ίμια», είπε ο τότε πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος, όπως αποκαλύπτεται από το βιβλίο τους με τα απόρρητα τηλεγραφήματα των Αμερικα­νών, πρότεινε:
«Να πούμε ότι την σημαία την πήρε ο αέρας και να κλείσουμε την υπόθεση». Αυτό είναι ανδρεία…
Και δεκαπέντε χρόνια μετά, ας το ξεκαθαρί­σουμε. Ο τότε δήμαρχος της Καλύμνου, ο οποί­ος σήκωσε την Ελληνική σημαία στη βραχο­νησίδα, κατηγορήθηκε από τους συντρόφους του στο ΠΑΣΟΚ, ότι «έριξε λάδι στη φωτιά» και ότι μπορεί να μην είχε συμβεί τίποτα αν δεν το έκανε. Ομως, ποτέ δεν μετάνιωσε για την πρά­ξη του, να τοποθετήσει την ελληνική σημαία σε ένα από τα δύο νησιά και καλά έκανε.
Ο Δημήτρης Διακομιχάλης, φοβόταν και με­ρικές ημέρες μετά, θα επαληθευτεί, ότι οι γεί­τονες αμφισβητούν την ελληνικότητα των Ιμίων και συνοδευόμενος από τον αστυνομικό διευ­θυντή Καλύμνου, τον ιερέα και δύο κατοίκους του νησιού ύψωσε την ελληνική σημαία. Μια μέρα αργότερα, το ελληνικό σύμβολο αντικατα­στάθηκε με το τουρκικό.
Ο Τούρκος δημοσιογράφος, πράκτορας της MIT, όπως αποδείχθηκε αργότερα, Σερτ Τσεσούρ, και ο συνάδελφος του κατέφθασαν στα Ίμια πήραν την ελληνική σημαία την οποία πα­ρέδωσαν στην εφημερίδα «Χουριέτ» στη Σμύρνη, και πλέον ανέμιζε η δική τους.

Εφημερίδα: PRESS TIME – ΣΕΛ.23